ίχνος


ίχνος
[ихнос] ουσ. о. след

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ίχνος" в других словарях:

  • ἴχνος — track neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ίχνος — το (AM ἴχνος) 1. το αποτύπωμα τού ποδιού στο έδαφος, πατημασιά, χνάρι 2. κάθε σημάδι, αποτύπωμα ή άλλη ένδειξη που αφήνει κάποιο αντικείμενο («ίχνη τροχών») 3. μτφ. για αφηρημένες έννοιες) υπόλειμμα, λείψανο, απομεινάρι (α. «ίχνη πανάρχαιου… …   Dictionary of Greek

  • ίχνος — το ους 1. σημείο, αποτύπωμα: Ταίχνη ήταν πρόσφατα. – Ίχνη λαγού. 2. απομεινάρι, υπόλειμμα: Ίχνη αίματος. – Ίχνη αρχαίου ναού. 3. ελάχιστη ποσότητα: Βρέθηκαν ίχνηλευκώματος στα ούρα. – Δεν έμεινε ίχνος. 4. μτφ., μικρό μέρος: Δεν έχει ίχνος… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἴχνει — ἴχνος track neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἴχνεϊ , ἴχνος track neut dat sg (epic ionic) ἴχνος track neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἴχνη — ἴχνος track neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἴχνος track neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰχνέων — ἴχνος track neut gen pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰχνῶν — ἴχνος track neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἴχνεος — ἴχνος track neut gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἴχνεσι — ἴχνος track neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἴχνεσιν — ἴχνος track neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)